Category Archives: Δημοτικό Τραγούδι

Τοπικά δημοτικά τραγούδια

Καραγκούνα

Άιντε μωρή …γκού… …γκούνα Καραγκούνα
άιντε δεν σου πρέ… σου πρέπουν τα σεγκούνια,
αμ’ πως ‘δα αμ’ πις ‘δα στο παραθύρι σ’ είδα
αμ’ πως ‘δα αμ’ πις ‘δα την προκοπή σου είδα.

——

Άιντε θα πουλή… πουλήσω και την στάνη
άιντε να σου πά… σου πάρω  ένα φουστάνι,
αμ’ πως ‘δα αμ’ πις ‘δα στο παραθύρι σ’ είδα
αμ’ πως ‘δα αμ’ πις ‘δα την προκοπή σου είδα.

——

Άιντε θα πουλή… πουλήσω την κατσίκα
άιντε να σου πά… σου πάρω σκουλαρίκια,
αμ’ πως ‘δα αμ’ πις ‘δα στο παραθύρι σ’ είδα
αμ’ πως ‘δα αμ’ πις ‘δα την προκοπή σου είδα.

——

Άιντε θα πουλή… πουλήσω και τα γίδια
άιντε να σου πά… σου πάρω και στολίδια,
αμ’ πως ‘δα αμ’ πις ‘δα στο παραθύρι σ’ είδα
αμ’ πως ‘δα αμ’ πις ‘δα την προκοπή σου  είδα.

——

Άιντε πέρασε ένα καλοκαίρι
άιντε και δε μου δε μου ‘στειλες χαμπέρι,
αμ’ πως ‘δα αμ’ πις ‘δα στο παραθύρι σ’ είδα
αμ’ πως ‘δα αμ’ πις ‘δα την προκοπή σου είδα.

Advertisements

Λεβέντης είσαι μάτια μου (Ο χορός του γαμπρού)

Ωρέ λεβέ-, μωρέ λεβέ-, λεβέντης είσαι μάτια μου
ωρέ λεβέντης είσαι μάτια μου
λεβέντικα χορεύεις
λεβέντικα χορεύεις

Ωρέ λεβέ-, μωρέ λεβέ-, λεβέντικα πατάς στη γη
ωρέ λεβέντικα πατάς στη γη
και δεν την κουρνιαχτίζεις
και δεν την κουρνιαχτίζεις

Ωρέ σαν παί- , μωρέ σαν παί-, σαν παίρνεις τον ανήφορο
ωρέ σαν παίρνεις τον ανήφορο
τι την κρατάς τη μέση;
τι την κρατάς τη μέση;

Ωρέ μηδά, μωρέ μηδά, μηδά η μεσούλα σε πονεί
ωρέ μηδά η μεσούλα σε πονεί
μηδά καμάρι το `χεις
μηδά καμάρι το `χεις

Το γεφύρι της Άρτας

To Γεφύρι της Άρτας (στην λαϊκή παράδοση γιοφύρι της Άρτας) είναι λιθόκτιστη γέφυρα του ποταμού Αράχθου, του 17ου αιώνα μΧ, στην πόλη της Άρτας, που έγινε πασίγνωστη από το ομώνυμο θρυλικό δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στην «εξ ανθρωποθυσίας» θεμελίωσή του. Ο ίδιος όρος αποτελεί επίσης σύγχρονη μεταφορική έκφραση όταν αναφέρονται έργα τα οποία αργούν να ολοκληρωθούν όπως και στο θρύλο του τραγουδιού («Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν»). (βλ. wikipedia)

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
«Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.»
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
«Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.»

Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.»
Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
«Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
«Το δαχτυλίδι το ‘πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει, και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά ‘βρει;»
«Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ’ το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά ‘βρω.»
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
«Τράβα, καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα.»

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
«Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια ‘χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.»

«Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο ‘χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.»
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
«Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

 

Η Ήπειρος της Πεντατονίας

Το ελληνικό γεωγραφικό διαμέρισμα της Ηπείρου, η μουσική, η παράδοση, η λαογραφία και η ιστορία της είναι το θέμα με το οποίο καταπιάνεται η έρευνα μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων – ιστορικών, δημοσιογράφων, μελετητών, μουσικών, μουσικολόγων, κ.ά. επιστημόνων, 500 στο σύνολό τους – η οποία εκπονήθηκε για 10 περίπου χρόνια!

Η Ήπειρος – το πτωχότερο χωράφι της Ευρώπης, κατά πρόσφατη στατιστική της ΕΕ – αλλά, ίσως, το πιο πλούσιο από πολιτισμική άποψη, προσπαθεί να επιβιώσει πεισματικά εδώ και 15.000 – τουλάχιστον – χρόνια, αν και το επίσημο ελληνικό κράτος δέχεται ότι η ιστορία του ξεκινά μόλις το 6000 π.Χ. Συνέχεια