Επίθεση Αιτωλών στις Περραιβικές Πόλεις

Titus Livy

Ο Τίτος Λίβιος (64 π.Χ. – 17 μ.Χ.), στην ιστορία που συνέγραψε για τη Ρώμη, αναφερόμενος στο Β΄ Μακεδονικό Πόλεμο (200 – 197 π.Χ.) εξιστορεί την επίθεση τριών χιλιάδων Αιτωλών με διακόσια άλογα στις περραιβικές πόλεις Μάλλοια και Χυρετείες, καθώς και τη λεηλασία των πόλεων της περραιβικής Τρίπολης.

«Meantime, Amynander, with the Athamanian troops, seized on Pellinaeus; while Menippus, with three thousand Aetolian foot and two hundred horse, marched into Perrhaebia, where he took Mallaea and Cyretiae by assault, and ravaged the lands of Tripolis».

Titus Livius. History of Rome. V.III. 10. Στο: Haystack. Electronic Literature Archive. Διαθέσιμο στο: http://standardlibrary.com/authors/l/titus_livius/00012582_history_of_rome_vol_iii/00012582_english_ascii_p026.htm 

Advertisements

Ο Σουίδας και ο Κινέας για την Θεσσαλική Δωδώνη

Τριποδικός Λέβητας

Ο Στράβων αναφέρει ότι σύμφωνα με τον Σουίδα το μαντείο της Δωδώνης μεταφέρθηκε στην Ήπειρο από την περιοχή της Σκοτούσσας, η οποία ανήκει σε περιοχή που λέγεται Θεσσαλία Πελασγιώτις, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να αποδώσει στους Θεσσαλούς μέρος της μυθολογίας.[1] Ο Κινέας, για τον Στράβωνα, «τα λέει πιο μυθικά», καθώς διατυπώνει πως το μαντείο μεταφέρθηκε από τη Σκοτούσσα στη Δωδώνη της Θεσσαλίας κι έπειτα στην Ήπειρο. Ωστόσο, όπως ο Στράβων έτσι και ο Στέφανος ο Βυζάντιος (5ος αι. μ.Χ.) στα Εθνικά για τη Δωδώνη παραπέμπει στον Σουίδα και τον Κινέα. Επειδή, όμως τα αντίστοιχα χωρία για τον Σουίδα διαφέρουν στα έργα των δύο συγγραφέων, του Στράβωνα και του Στεφάνου, είναι αμφίβολο εάν ο δεύτερος βασίστηκε για τις πληροφορίες του στον πρώτο. Οι πηγές τους είναι οι ίδιες, αλλά οι συγγραφείς είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους. Ο Στράβων ακολουθεί τον Ζηνόδοτο (325-260 π.Χ.), για τον οποίο η μαντεία καταγόταν από τη Δωδώνη και δεν συμφωνεί με τον Σουίδα και τον Κινέα, κατά τους οποίους η λατρεία μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλία στην Ήπειρο.[2]

Μέχρι σήμερα, η αρχαιολογική σκαπάνη δεν έφερε στο φως στοιχεία που να συνηγορούν στη ύπαρξη δωδωνιαίου μαντείου στην Περραιβία, ενώ η χρήση του χώρου της ηπειρωτικής Δωδώνης επιβεβαιώθηκε ήδη από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία και ανάγεται στην Εποχή του Χαλκού.

Δικαιολογημένα, όμως, οι αναφορές στη θεσσαλική Δωδώνη ενισχύουν την άποψη για την ύπαρξή της στον περραιβικό χώρο με κάποια μορφή σε κάποια χρονική περίοδο.

Εξάλλου ο Στράβων, ο οποίος δεν συμφωνεί με τον Σουίδα και τον Κινέα, συνέγραψε το έργο του περίπου τρεις αιώνες αργότερα από τους Θεσσαλούς  συγγραφείς.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1]    Στράβων (αρχαίες πηγές). Γεωγραφικών Ζ, VII.12. Στο ΒΙΚΗΘΗΚΗ: «Κατ᾽ ἀρχὰς μὲν οὖν ἄνδρες ἦσαν οἱ προφητεύοντες· καὶ τοῦτ᾽ ἴσως καὶ ὁ ποιητὴς ἐμφαίνει· ὑποφήτας γὰρ καλεῖ, ἐν οἷς τάττοιντο κἂν οἱ προφῆται· ὕστερον δ᾽ ἀπεδείχθησαν τρεῖς γραῖαι, ἐπειδὴ καὶ σύνναος τῶι Διὶ προσαπεδείχθη καὶ ἡ Διώνη. Σουίδας μέντοι Θετταλοῖς μυθώδεις λόγους προσχαριζόμενος, ἐκεῖθέν τέ φησιν εἶναι τὸ ἱερὸν μετενηνεγμένον ἐκ τῆς περὶ Σκοτοῦσσαν Πελασγίας· ἔστι δ᾽ ἡ Σκοτοῦσσα τῆς Πελασγιώτιδος Θετταλίας· συνακολουθῆσαί τε γυναῖκας τὰς πλείστας, ὧν ἀπογόνους εἶναι τὰς νῦν προφήτι δας· ἀπὸ δὲ τούτου καὶ Πελασγικὸν Δία κεκλῆσθαι· Κινέας δ᾽ ἔτι μυθωδέστερον».

[2]    Στράβων (αρχαίες πηγές), μτφρ. Θεοδωρίδης (2004). Γεωγραφικών Ζ, Αποσπάσματααπό το έβδομο βιβλίο, σ. 157 και σ. 234, σημ. 1.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Στράβων. Γεωγραφικά. Στο ΒΙΚΙΘΗΚΗ. Διαθέσιμο στο: http://goo.gl/kK424 [Ημερομηνία πρόσβασης: 3.9.2012].
  • Στράβων. Γεωγραφικών Ζ΄. Άπαντα 7. (Ανατολική Ευρώπη – Βόρεια Ελλάδα). Μτφρ. Θεοδωρίδης, Π. Σχόλια: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, 1994. Αθήνα: Κάκτος.

Οι πόλεις της Περραιβίας

Εικόνα 1: Part of Reference Map of Ancient Greece. Northern Part. Shepherd, W. R. 1911. Historical Atlas. New York: Henry Holt and Company (http://goo.gl/g8GsK).

Εικόνα 1: Part of Reference Map of Ancient Greece. Northern Part. Shepherd, W. R. 1911. Historical Atlas. New York: Henry Holt and Company (http://goo.gl/g8GsK).

Η αρχαία Περραιβία συνόρευε στα βόρεια με τη Μακεδονία (Ελιμιώτιδα -σημερινός ν. Κοζάνης- και Πιερία) και στα νότια με την Εστιαιώτιδα -σημερινός ν. Τρικάλων- και την Πελασγιώτιδα -σημερινός ν. Λάρισας- της Θεσσαλίας. Οι ορεινοί όγκοι του Ολύμπου, του Τιτάρου και των Καμβουνίων αποτελούσαν τα σύνορα της Περραιβίας προς το βορρά, ανατολικά και δυτικά με τη Μακεδονία. Ο Πηνειός, καθώς διέρχεται στα νότια, διέγραφε τα σύνορα της Περραιβίας μεταξύ της Εστιαιώτιδας και της Πελασγιώτιδας.

Η σύγχρονη έρευνα εντόπισε έντεκα πόλεις που συνέθεταν την Περραιβία και αποτελούσαν μια ξεχωριστή πολιτική ενότητα, οι οποίες ήταν οι εξής: Γόννος,[1] Ερεικίνιον, Μάλλοια (σημερινό Παλαιόκαστρο), Μονδαία (σημερινό Λουτρό), Μύλαι (σημερινό Δαμάσι), Ολοοσών,[2] Φάλαννα,[3] Χυρετίαι (σημερινό Δομένικο) και οι πόλεις της περραιβικής Τρίπολης, Άζωρος, Δολίχη και Πύθιο. Τέσσερις οικισμοί που εντοπίσθηκαν στο χώρο της Περραιβίας και είναι αδύνατον να αποδειχθεί ότι ανήκαν σε αυτόνομες πόλεις ήταν οι: Κόνδυλους, Γοννοκόνδυλους, Ασκυριεύς και Λειμώνη-Ηλώνη. Οι δύο πρώτοι, πιθανόν, να εντάσσονταν στην πόλη των Γόννων, ενώ για τους δύο τελευταίους δεν υπάρχουν στοιχεία.[4] Πιθανολογείται, ωστόσο, ότι η Ηλώνη βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού Αργυροπουλίου.[5] Στην Ιλιάδα του Ομήρου απαντάται και η Όρθη,[6] η οποία σύμφωνα με τον Στράβωνα (περ. 63 π.Χ. – 24 μ.Χ.) αποτελούσε την ακρόπολη της περραιβικής Φάλαννας (Θ, V.19).[7] Το όνομα της Περραιβίας, μάλλον, δεν αναφέρεται σε ιστορικές πηγές των βυζαντινών χρόνων. Ο λόγιος, αγωνιστής του Εικοσιένα και σύντροφος του Ρήγα Φεραίου, που γεννήθηκε στις Πάνω Πούρλες του Ολύμπου, Χρυσάφης Χατζηβασίλης (1774-1863), χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο: Χριστόφορος Περραιβός,[8] «ενισχύοντας» έτσι το όνομα της Περραιβίας στους νεότερους χρόνους.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1]     Η πόλη των Γόννων θεωρείται σημαντική από τους μελετητές. Βρίσκεται στην αριστερή όχθη του Πηνειού και σε απόσταση 4 χλμ. δυτικά από την είσοδο του περάσματος των Τεμπών στη θέση «Καστρί» ή «Παλαιόκαστρο» των νότιων υπωρειών του Κάτω Ολύμπου. Η περιοχή κατοικείτο τουλάχιστον από τα μυκηναϊκά χρόνια  Η θέση της ήταν στρατηγική αφού ήλεγχε αφενός τις δύο κύριες διόδους επικοινωνίας της ανατολικής Θεσσαλίας με την Μακεδονία (μέσω των Τεμπών και μέσω των περασμάτων του Κάτω Ολύμπου) αφετέρου την έξοδο από την ενδοχώρα προς τη θάλασσα. Η πόλη των Γόννων διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο αμυντικό σύστημα των Μακεδόνων τόσο κατά την κυριαρχία τους στη Θεσσαλία όσο και στους επόμενους Μακεδονικούς Πολέμους [Βλ. Ντάσιος (2012), σ. 219-20].

[2]     Η αρχαία Ολοσσών (ή Ολοοσών) τοποθετείται απ’ όλους τους μελετητές στην ίδια θέση με τον σημερινό οικισμό της Ελασσόνας και χαρακτηρίζεται από τη διαχρονική της κατοίκηση, λόγω της οποίας τα σωζόμενα λείψανα είναι σχεδόν ανύπαρκτα. Στα χρόνια της μακεδονικής κυριαρχίας η αρχαία Ολοσσών δεν διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο καθώς δεν βρισκόταν στον κύριο οδικό άξονα από τη Θεσσαλία για τη Μακεδονία, όπως η αρχαία περραιβική Τρίπολη (Άζωρος, Δολίχη, Πύθιο). Η ακρόπολη της αρχαίας πόλης τοποθετείται στο ύψωμα στο οποίο σήμερα είναι κτισμένη η μονή της Παναγίας Ολυμπιώτισσας. Στη συνοικία «Βαρούσι», στη δεξιά όχθη του Ελασσονίτικου ποταμού, εντοπίζεται η κάτω πόλη, ενώ στην αριστερή όχθη απλώνονται τα νεκροταφεία από τα οποία ανασκάφθηκαν τάφοι της Εποχής του Σιδήρου [Βλ. Ντάσιος (2012), σ. 219].

[3]     Οι μελετητές θεωρούν την περραιβική πόλη της Φάλαννας, η οποία έλαβε το όνομά της από τη νύμφη Φάλαννα και ταυτίζεται χωρίς ομοφωνία με τη θέση «Καστρί», δυτικά της σημερινής κωμόπολης του Αμπελώνα, όπου σώζονται εκτεταμένα λείψανα και διασπορά από αρχαία πόλη, ως τη σπουδαιότερη πόλη των Περραιβών. Η Φάλαννα άκμασε τον 5ο και 4ο αι. π.Χ., έκοψε δικά της νομίσματα και ανέπτυξε σχολή καλλιτεχνίας, τα γλυπτά της οποίας εκτίθενται στα μουσεία της Λάρισας και του Βόλου. [Βλ. Ντάσιος (2012), σ. 217].

[4]     Hansen και Nielsen (2004), σ.σ. 689-90, 721-7. Βλ. και Ντάσιος (2012), σ. 219.

[5]     Οι Α. Τζαφάλιας και Ά. Ζαούρη στη μελέτη τους για τα Νεκροταφεία της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, ταυτίζουν την ομηρική Ηλώνη με τη σημερινή θέση του Αργυροπουλίου – Τυρνάβου. Βλ. Τζιαφάλιας και Ζαούρη (1999), σ.σ. 145, 147.

[6]     Όμηρος (αρχαίες πηγές). Ιλιάς. Ραψ. Β΄, στιχ. 738-740: «Οἳ δ᾽ Ἄργισσαν ἔχον καὶ Γυρτώνην ἐνέμοντο,/ Ὄρθην Ἠλώνην τε πόλιν τ᾽ Ὀλοοσσόνα λευκήν, / τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευε μενεπτόλεμος Πολυποίτης».

[7]     Στράβων (αρχαίες πηγές). Γεωγραφικών Θ, V.19. Στο ΒΙΚΙΘΗΚΗ: «Ὄρθην δὲ τινὲς τὴν ἀκρόπολιν τῶν Φαλανναίων εἰρήκασιν».

[8]     Για τον Χριστόφορο Περραιβό, βλ. Σύγχρονοι Έλληνες Συγγραφείς. Χριστόφορος Περραιβός (διαδικτυακές πηγές). Στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Hansen, M. and Nielsen, T., 2004. An Inventory Οf Archaic and Classical Poleis. Oxford: University Press.
  • Ντάσιος, Φ., 2012. Περραιβία. Στο Αρχαίες Πόλεις Θεσσαλίας και περιοίκων περιοχών. Λάρισα: Περιφερειακή Ένωση Δήμων Θεσσαλίας, σ.σ. 217-222.
  • Όμηρος. Ιλιάς. Μτφρ. Πολυλάς, Ι. Στο Μικρός Απόπλους. Διαθέσιμο στο:www.mikrosapoplous.gr/iliada [Ημερομηνία Πρόσβασης: 13.9.2012].
  • Στράβων. Γεωγραφικά. Στο ΒΙΚΙΘΗΚΗ. Διαθέσιμο στο: http://goo.gl/kK424[Ημερομηνία πρόσβασης: 3.9.2012].
  • Σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς. Βιογραφικό Χριστόφορου Περραιβού. Στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Διαθέσιμο στο: http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=462&t=1789 [Ημερομηνία πρόσβασης 23.8.2012].
  • Τζιαφάλιας, Α. και Ζαούρη, Ά., 1999. Από τη βόρεια Περραιβία ως την αρχαία Κραννώνα: Νεκροταφεία της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου. Στα Πρακτικά του Α΄ Διεθνούς Διεπιστημονικού Συμποσίου με τίτλο (1994): Η Περιφέρεια του Μυκηναϊκού Κόσμου». Λαμία: Υπουργείο Πολιτισμού – ΙΔ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, σ.σ. 143-152.

 

ΘΡΑΞ ΙΠΠΕΥΣ

ΘΡΑΞ ΙΠΠΕΥΣΤμήμα επιτύμβιας στήλης ενός ιππέα. Είναι ο ΘΡΑΞ ΙΠΠΕΥΣ της ρωμαϊκής περιόδου, ο οποίος, στη συνέχεια, κατά τη χριστιανική περίοδο, γίνεται Άγιος Γεώργιος, Άγιος Δημήτριος.

Βρέθηκε την περίοδο των ανασκαφών στον αρχαιολογικό χώρο του Καστριού Δολίχης κατά την ανασκαφή της Γ΄ Παλαιοχριστιανικής Εκκλησίας.

Από την παρουσίαση των ανασκαφών στην Παλαιοχριστιανική Περραιβική Τρίπολη, του αρχαιολόγου Σπ. Κουγιουμτζόγλου στο 1ο Φεστιβάλ «Περραιβική Τρίπολις» στη Δολίχη (2008).

Η μακεδονική κυριαρχία στην Περραιβική Τρίπολη, την Περραιβία και τη Θεσσαλία

Φίλιππος Β΄ Βασιλιάς των Μακεδόνων

Η Άζωρος, η Δολίχη και το Πύθιο (πόλεις της περραιβικής Τρίπολης) πιθανόν ανήκαν στην Μακεδονία ήδη από το α΄ μισό του 4ου αι. π.Χ., όπως προκύπτει από επιγραφή εκείνης της εποχής στην οποία περιλαμβάνονται ονόματα πόλεων και αντιπροσώπων στη δελφική αμφικτυονία σε κατάλογο από τον οποίο απουσιάζουν οι τρεις πόλεις .

Στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ έθεσε υπό τον έλεγχό του πλέον όλες τις πόλεις της Περραιβίας, οριστικοποιώντας το τέλος της κυριαρχίας της Θεσσαλίας στην Περραιβία.

Ολόκληρη η Θεσσαλία, από το 346, αναδιοργανώθηκε ωστόσο από τον Φίλιππο.

Ο Θουκυδίδης για την Περραιβία

Θουκυδίδης

Η Περραιβία και οι Περραιβοί αναφέρονται από τον Θουκυδίδη (4, 78) όταν, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.), ο Σπαρτιάτης Βρασίδας εκστράτευσε στη Μακεδονία προκειμένου να ενισχύσει το σύμμαχό του, βασιλιά της Μακεδονίας, Περδίκα Β΄.

Ο ιστορικός αναφέρει ότι ο Βρασίδας ξεκίνησε από τη Μελίτεια, διήνυσε ολόκληρη την απόσταση μέχρι τη Φάρσαλο και στη συνέχεια από το Φάκιον προς την Περραιβία, όπου οι Θεσσαλοί που τον συνόδευαν τον αποχαιρέτησαν, ενώ οι Περραιβοί, οι οποίοι ήταν υπήκοοι των Θεσσαλών, τον συνόδευσαν με ασφάλεια μέχρι το Δίον, πόλη στην οποία επικρατούσε ο Περδίκκας και στη συνέχεια μέχρι τη Χαλκιδική.

Ο Ηρόδοτος για τους Περραιβούς

Οι Περραιβοί απαντώνται από τον Ηρόδοτο κατά την εκστρατεία του 480 π.Χ. στο πλαίσιο του δευτέρου Μηδικού Πολέμου, μεταξύ Ελλήνων και Περσών, όταν ο Ξέρξης δεν συνάντησε καμία δυσκολία στη Θεσσαλία προκειμένου να κατέλθει στις Θερμοπύλες για να αντιμετωπίσει, τελικά, τους τριακόσιους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα.

Όταν ο Ξέρξης είχε στρατοπεδεύσει στη Θέρμη πληροφορήθηκε πως από το στενό ανάμεσα από τον Όλυμπο και την Όσσα ρέει ο Πηνειός. Σκόπευε, δια μέσω του πάνω δρόμου από εκείνο το στενό, από τη Μακεδονία να φθάσει στη χώρα των Περραιβών. Όταν, εν τέλει, ο μεγάλος βασιλεύς έστειλε τους κήρυκες στην Ελλάδα να ζητήσουν υποταγή, άλλοι γύρισαν με άδεια χέρια, ενώ μεταξύ εκείνων που παρέδωσαν γν καί δωρ στους Πέρσες ήταν και οι Περραιβοί (7, 132). Οι Θεσσαλοί, ακόμη, το 481 π.Χ., παρ’ όλο που είχαν συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους, τους Σπαρτιάτες, τους Βοιωτούς και τους Ευβοείς για την αντιμετώπιση του περσικού στρατού, τελικά «μηδίσανε».

Οι υπόλοιποι Έλληνες ορκίστηκαν εναντίον αυτών που υποτάχθηκαν ότι όταν σταθεροποιηθεί η κατάσταση θα καταβάλουν το δέκατο της περιουσίας τους στο θεό των Δελφών.