Ο Πύργος του Χαροκόπου (Γιάννουλη Λάρισας)

Τί όμορφα χρόνια! Παντρεύαμε τον Παναγή μας στα 1939. Και πόσο όμορφα με είχες στολίσει! Με τούλια, με λουλούδια στα κάγκελα και στα παράθυρα και με ευωδιαστά γαμήλια εδέσματα. Ήσουν πολύ όμορφη νύφη! Αχ, κι εκείνο το στεφάνι από στάχυα, μαργαρίτες και μια παπαρούνα στα ξανθά σου μαλλιά! Όλοι σε αγαπούσαν για την καλοσύνη που τους έδειχνες. Και πόσο πολύ χαίρονταν οι εργάτες όταν επάνω στο άλογο έκανες βόλτα στα κτήματα!

Ήσουν μικρή, όμως, Μελίνα, όταν ερωτεύτηκες τον δωσίλογο των Γερμανών. Σε άκουγα που μονολογούσες στο κρεβάτι, στο μπάνιο, στο σαλόνι. Μα ήσουν συνάμα μεγάλη -πολύ μεγάλη- όταν με τα λεφτά του εραστή και του συζύγου σου βοήθαγες την αντίσταση και την ΕΠΟΝ που και ο αδερφός σου ήταν μέλος. Παρ’ όλο που οι Γερμανοί με έκαναν στρατηγείο επειδή οι τοίχοι μου είναι από πέτρα, εγώ μάθαινα τα νέα σου και την προσφορά σου στην αντίσταση και ας είχες φύγει πια από εμένα. Πόσο αίμα χύθηκε εκείνο τον καιρό Μελίνα! Πόσοι άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους της Λάρισας! Πόσο κτήνη ήταν οι Γερμανοί Θεέ μου! Τελείωσε ο πόλεμος, Μελίνα. Τελείωσε και ο εμφύλιος αλλά δεν σε ξαναείδα.

Μόνο άκουσα ξανά για εσένα το 1988. Ήσουν υπουργός πολιτισμού και με χαρακτήρισες διατηρητέο μνημείο.

Πεθαίνω σιγά – σιγά, Μελίνα.

Advertisements

Μια τυχαία συνάντηση

Δεν μπορεί. Σύμπτωση θα είναι. Γιώργος Ευθυμίου; Ε, το “Ευθυμίου” είναι συχνό επίθετο, πόσο μάλλον και το “Γιώργος”. Αλλά και δικηγόρος; Δεν ήθελα να ήταν αυτός, μακάρι Θεέ μου να μην ήταν αυτός. Στριφογύριζαν αυτές οι σκέψεις στο μυαλό μου και ένας κόμπος ανέβηκε από το στομάχι στον οισοφάγο μου. Η λίστα των δικηγόρων ήταν μεγάλη, αφού το συνέδριο ήταν διεθνές και σκέφθηκα ότι σε τόσο κόσμο δεν θα με εντοπίσει καθώς θα έχω το νου μου να προσέχω αν τον δω.

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου για το πως θα τον αποφύγω και ήταν ο τρίτος στη σειρά που έμπαινε στην αίθουσα του συνεδρίου.

  • «Your name, please?»
  • «Ευθυμίου Γεώργιος» μου απάντησε και σήκωσα το βλέμμα μου από τη λίστα.

Ο χρόνος μόλις είχε παγώσει και τα δευτερόλεπτα έγιναν χρόνια. Καθώς κοιταζόμασταν, ξετυλιγόταν μπροστά μου η ιστορία με τον Γιώργο. Είκοσι χρόνια πριν, εγώ 24 και εκείνος 35, δούλευα ως σερβιτόρα σε καφετέρια στη Σκιάθο.

  • «Παρακαλώ τί θα πάρετε;» ρώτησα την παρέα του για να πάρω παραγγελία.
  • «Ένα φραπέ γλυκό» απάντησε όταν ήρθε η σειρά του. Ο Γιώργος δεν ήταν όμορφος, ήταν άσχημος. Δεν είχε ωραίο σώμα, είχε δύσμορφο σωματότυπο, παραπανίσια κιλά και ήταν κοντός. Φαινόταν όμως πολύ ευγενικός και ήταν ο μόνος από την παρέα του που δεν με κοίταξε λάγνα και δεν μου μίλησε ερωτικά με προκλητικό τρόπο.

Από την ώρα που ήρθε στο μαγαζί δεν σταμάτησα να του ρίχνω πεταχτά βλέμματα και τις περισσότερες φορές τα μάτια μου έπεφταν πάνω στα δικά του. Με εξιτάριζε όταν τον κοιτούσα και χαμήλωνε ντροπαλά το βλέμμα του. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στις τουαλέτες. Ήξερα ότι αυτόν τον άνθρωπο τον ήθελα για κάποιον απροσδιόριστο λόγο. Καθώς κατέβαινα τις σκάλες προς τις τουαλέτες εκείνος τις ανέβαινε.

  • «Πως σε λένε;» τον ρώτησα.
  • «Γιώργο» απάντησε.

Τον χάιδεψα στα μαλλιά και τον φίλησα με πάθος.

  • «Έλα στις 10 το βράδυ, όταν σχολάσω, του είπα κι επέστρεψα στο πόστο μου.

Ο Γιώργος κάθισε λίγο στην παρέα του, φανερά αναστατωμένος, και έφυγε για το ξενοδοχείο όπου διέμενε. Είχε έρθει στο νησί για διακοπές με τους φίλους του. Δεν τους εμπιστευόταν, όμως, γιατί τον ενοχλούσαν τα πειράγματά τους. Είχε έξι ώρες να σκεφτεί και να αποφασίσει αν θα ερχότανε στο ραντεβού.

Ήμουν όμορφη, ξανθιά με γαλανά μάτια. Οι αναλογίες του σώματός μου ήταν όμορφες, το ντύσιμό μου μοντέρνο και αναδείκνυε τη θηλυκότητά μου. Ο Γιώργος είχε αφιερωθεί στις σπουδές του και πρόσφατα είχε ολοκληρώσει το διδακτορικό του. Αναλογίστηκε ότι ήταν 35 ετών και πόσο του έλειψε η επαφή με το άλλο φύλο. Ήξερα ότι ο τρόπος που τον προσέγγισα τόνωσε τη χαμένη του αυτοπεποίθηση. Όσο και αν δεν κατέληγε συνειδητά σε μια απόφαση για το ραντεβού είχε ήδη αποφασίσει ότι θα έρθει.

Δεν είχα τελειώσει τη βάρδια μου και τον είδα ήδη απέναντι, στην άλλη πλευρά του δρόμου, αγχωμένο, να με περιμένει. Αφού σχόλασα κάθισα στο μπαρ για ένα τσιγάρο και ήρθε δειλά δειλά.

  • «Γεια» μου λέει. Ήρθα.
  • «Ήξερα ότι θα έρθεις» του απάντησα.

Μετά το απογευματινό φιλί τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Ήρθε γιατί ήθελε να είμαστε εραστές. Με ρώτησε πως με λένε. Σοφία, του απάντησα και πήγαμε στο δωμάτιό του.

Ξεκινήσαμε μια έντονη σχέση. Παρατηρούσα ότι όσο περνούσε ο καιρός ο Γιώργος γινόταν ολοένα και περισσότερο υποχείριό μου. Όχι δεν ήταν ο άντρας που ήθελα να παντρευτώ. Δεν είχε τίποτα περισσότερο από όλους τους άλλους. Κι όμως δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό που με κράταγε και δεν έληγα αυτό το αστείο.

Κάθε βράδυ, ο Γιώργος ερχόταν στις 10 να με πάρει από τη δουλειά για να πάμε σε εκείνο το ξενοδοχείο που διέμενε όλο το καλοκαίρι. Είχα αντιληφθεί ότι πολλές φορές στεκόταν απέναντι από το μαγαζί και με παρακολουθούσε. Εκείνο το βράδυ τον είχα δει απέναντι από το δρόμο, πίσω από τους φοίνικες. Στο μπαρ καθόταν ο συνάδελφός μου που μόλις είχε τελειώσει τη βάρδια του και κάθισα μαζί του για ένα τσιγάρο. Είχα γείρει προς εκείνον και του μιλούσα με έντονο ενδιαφέρον και με μεγάλη εκφραστικότητα. Από την άκρη του ματιού μου, έβλεπα τον Γιώργο απέναντι και φανταζόμουν πόσο θα τον ενοχλούσε η συμπεριφορά μου. Εκείνη την ώρα και τι δεν θα έδινα να έβλεπα την ενόχληση στο πρόσωπό του.

Ήρθε δυναμικά στο μπαρ, φανερά ενοχλημένος.

  • «Ενοχλώ;»
  • «Κάτσε να πιες ένα ποτό».
  • «Δεν θέλω, ήρθα να σε πάρω να φύγουμε».
  • «Μα ένα ποτάκι μόνο με το συνάδελφο».

Φεύγοντας, ο Γιώργος, παρέσυρε με τον αγκώνα του το ποτήρι μου. Τον απρόσεκτο, είπα στο συνάδελφο για να πείσω ότι έγινε κατά λάθος. Πήγε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και σε πολύ λίγο ακολούθησα κι εγώ. Ο Γιώργος ήταν ανήμερο θηρίο. Κάναμε τον πιο δυνατό έρωτα που είχα κάνει ποτέ στη ζωή μου και κάθε μέρα γινόταν ολοένα και εντονότερος. Μέχρι που μια μέρα εξαφανίστηκα οριστικά και απροειδοποίητα από τη ζωή του.

Κατέφυγα στη θεία μου στη Γερμανία όπου παρέμεινα για δύο χρόνια. Ήθελα να ξεφύγω απ’ όλους και απ’ όλα. Να βάλω τη ζωή μου σε τάξη και να κάνω μια νέα αρχή, με νέα δεδομένα. Η θεία μου στάθηκε στο πλευρό μου καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μου στη Γερμανία, μιας και δεν είχα κοντινότερο συγγενή από αυτήν. Ονειρευόμουν, πλέον, μια άλλη ζωή στη οποία πρωταρχικό ρόλο θα έχει η οικογένεια. Έναν άντρα που θα μας συνδέει η αγάπη, ο σεβασμός και η εκτίμηση, καθώς και να μπορώ να βασιστώ πάνω του.

Όλα αυτά μου πέρασαν αστραπιαία από το μυαλό τη στιγμή που συνάντησα τον Γιώργο. Από τη μία λυπόμουν γιατί φέρθηκα άδικα σε έναν άνθρωπο που θα έδινε τα πάντα για μένα και από την άλλη είχα ενοχές, πολλές ενοχές, που δεν επιδίωξα να τον συναντήσω μετά από τόσα χρόνια.

Το βλέμμα του, πλέον, δεν θύμιζε εκείνον το Γιώργο που είχα γνωρίσει κάποτε. Ήταν αυστηρός, απέπνεε σιγουριά για τον εαυτό του. Ναι, είχε αλλάξει πολύ και δεν χρειαζόταν να μιλήσει για να το καταλάβω. Θα παντρεύτηκε άραγε; σκέφθηκα. Θα είχε και παιδιά μήπως; Ήταν, βέβαια, άνθρωπος καριέρας, καθώς στο διεθνές συνέδριο δικηγόρων που ήρθε εκπροσωπούσε τη χώρα μας, αλλά πώς να ήταν η προσωπική του ζωή τώρα, αναρωτιόμουν.

  • «Παρακαλώ περάστε στη θέση 104» του είπα με τρεμάμενη φωνή, αφού μόλις είχα βήξει για να ανοίξει ο λαιμός και να βγει η φωνή μου.
  • «Ευχαριστώ» μου απάντησε και κατευθύνθηκε προς τη θέση 104.

Λες να μην με έχει αναγνωρίσει, σκέφθηκα. Υπάρχει τέτοια περίπτωση; Κι όμως μπορεί να μην με θυμάται. Είναι δυνατόν; Δεν ήμουν τα πάντα για εκείνον, όπως νόμιζα;

  • «Κυρία!» Φώναξε ο Γιώργος και τα μάτια του συνεδρίου έπεσαν πάνω μου.
  • «Παρακαλώ» απάντησα και μου κόπηκαν τα πόδια.
  • «Φέρτε μου, σας παρακαλώ, το πρόγραμμα του συνεδρίου γιατί δεν το παρέλαβα από την είσοδο».
  • «Μάλιστα» απάντησα και του πήγα ένα αντίγραφο του προγράμματος.

Οι σκέψεις γίνονταν πιο έντονες και ένας δυνατός πονοκέφαλος διαπερνούσε τους κροτάφους μου. Σκεφτόμουν ότι έχω αλλάξει τόσο πολύ και δεν με αναγνώρισε. Αισθανόμουν ότι είχα ήδη γεράσει και μια μεγάλη ανασφάλεια με έπιασε για το μέλλον μου. Σκεφτόμουν εάν θα έχω δουλειά και πόσο μάλλον έναν άνθρωπο να συμπορευτώ τα επόμενα χρόνια και πόσο φοβάμαι τη μοναξιά. Εγώ τον αναγνώρισα επειδή είδα το όνομά του στη λίστα. Αλλά εκείνος, ακόμη και το όνομά μου να έβλεπε μπορεί να μη του έλεγε τίποτα. Αμφέβαλα κιόλας εάν θυμόταν το επίθετό μου. Άλλωστε, ποιος ξέρει με πόσες γυναίκες θα έχει πάει. Ήταν επιτυχημένος δικηγόρος, είχε κοινωνικό στάτους και ήταν πλούσιος. Όποια ήθελε μπορούσε να την έχει.

Ο Νίκος ήταν μαζί μου στη Ρόδο εκείνη την σεζόν. Ήταν στο 3ο έτος σπουδών Πληροφορικής σε Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και συνδύαζε τις διακοπές του στο τόπο της δουλειάς μου. Με πόσο κόπο μεγάλωσα αυτό το παιδί και με πόσες στερήσεις μόνο εγώ το ξέρω. Του τηλεφώνησα να έρθει γρήγορα στο ξενοδοχείο.

  • «Έλα, ρε μάνα. Γιατί με έφερες άρον άρον εδώ;»
  • «Πρέπει να σου δείξω κάποιον και θέλω να φανείς ψύχραιμος».
  • «Εντάξει, δείξε μου».
  • «Τον βλέπεις εκείνον τον κύριο με το μπλε πουκάμισο και την πιο σκούρα γραβάτα, που συζητάει και κουνάει τα χέρια του;»
  • «Α, ναι, τον βλέπω. Και;»
  • «Θέλω να σου πω ποιος είναι και να φανείς δυνατός».
  • «Για πες».
  • «Αυτός ο δικηγόρος είναι ο πατέρας σου. Γιώργος Ευθυμίου, λέγεται». Ο Νίκος άσπρισε σαν πανί καθώς ταράχτηκε από την είδηση. Κάθισε για λίγο στο σκαμπό που ήταν δίπλα του, ήπιε λίγο νερό και μετά από λίγα λεπτά κατάφερε να μιλήσει.
  • «Ωραία, πάμε να του μιλήσουμε. Να του πούμε που ήταν όλα αυτά τα χρόνια και γιατί μας παράτησε».
  • «Ξέρεις Νίκο. Ο πατέρας σου δεν ξέρει για εσένα και εμένα δεν με θυμάται».
  • «Τί; Δεν ξέρει για εμένα; Δεν μας παράτησε;»
  • «Όχι» του είπα κλαίγοντας.
  • «Πότε λες αλήθεια και πότε ψέματα, ποτέ δεν κατάλαβα» μου είπε και έφυγε τρέχοντας από το ξενοδοχείο.

Ο Νίκος εργάζεται πλέον στο Λονδίνο και εγώ δουλεύω ακόμη στο PR Palace ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων. Μέσα μου, βαθιά, ακόμη ελπίζω ότι κάποια μέρα ο Γιώργος θα έρθει στο ξενοδοχείο για να μου ζητήσει εξηγήσεις. Κι εγώ να του τις δώσω.

Η μικρή ιστορία του κοριτσιού που ονειρευόταν να πετάξει

Μακρόπουλος, Μ. Η μικρή ιστορία του κοριτσιού που ονειρευόταν να πετάξει. Στο ΦΡΕΑΡ.  Ιστοσελίδα του ομώνυμου λογοτεχνικού περιοδικού. Ανάκτηση από http://frear.gr/?p=13769, Ημερ. Πρόσβασης 30.11.2016.

 

 

Απόδοση του ανωτέρω διηγήματος σε ρομαντικό ποίημα και σε δελτίο ειδήσεων.

Απόδοση διηγήματος σε ρομαντικό ποίημα:

Ένα κορίτσι, όρθιο, στεκόταν στο μπαλκόνι
τα χελιδόνια έβλεπε που τόσο καμαρώνει.
Ευχήθηκε δυνατά,
Αχ! Να έβγαζα φτερά
για να πέταγα ψηλά.
Και αφού ποθούσε τη ζωή, τη φτερωτή, ετούτη
φτερά έβγαλε στην πλάτη του και έγινε κουνούπι.
Και με μεγάλη του χαρά στον ουρανό πετούσε
μα στο στόμα ενός χελιδονιού άδοξα εισχωρούσε.

 

Απόδοση διηγήματος σε δελτίο ειδήσεων:

Άδοξο τέλος είχε μια νεαρή κοπέλα, η οποία βρήκε τραγικό θάνατο στο στόμα ενός χελιδονιού.

Το κορίτσι στεκόταν στο μπαλκόνι και θαύμαζε τα χελιδόνια. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο πόθος του να πετάξει ήταν τόσο μεγάλος ώστε η επιθυμία του εισακούστηκε και μεταμορφώθηκε σε κουνούπι.

Μόλις απογειώθηκε, όμως, από το μπαλκόνι βρέθηκε στο ράμφος ενός χελιδονιού το οποίο τυχαία πέρναγε στον αέρα εκείνη τη στιγμή και το έφαγε.

Ρεαλισμός και Νατουραλισμός

Του Ευαγγέλου Β. Τσακνάκη
Ρεαλισμός και Νατουραλισμός

 

 

 

 

Κατάλογος περιεχομένων
Εισαγωγή

  1. Ρεαλιστικά και Νατουραλιστικά Στοιχεία
    1. στο διήγημα του Τσέχωφ «Θλίψη» (1886)
    2. στο διήγημα του Μωπασσάν «Μια βεντέτα» (1883)
  1. Ειδολογικά χαρακτηριστικά και αφηγηματικά τεχνάσματα των διηγημάτων
    1. Τσέχωφ «Θλίψη»
    2. Μωπασσάν «Μια βεντέτα»

Επίλογος
Βιβλιογραφία

Εισαγωγή

Το ρεύμα του ρεαλισμού και του νατουραλισμού άνθισαν κατά τον 19ο αιώνα. Μελετώντας τα διηγήματα του Τσέχωφ «Θλίψη» (1886) και του Μωπασσάν «Μια βεντέτα» (1883), στην παρούσα εργασία θα κατατάξουμε τα έργα στα λογοτεχνικά ρεύματα του ρεαλισμού και του νατουραλισμού. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στα ειδολογικά χαρακτηριστικά και τα αφηγηματικά τεχνάσματα  που χρησιμοποιούνται στα δύο διηγήματα και εντάσσονται στα εν λόγω λογοτεχνικά ρεύματα.

1. Ρεαλιστικά και Νατουραλιστικά Στοιχεία:

α. στο διήγημα του Τσέχωφ «Θλίψη» (1886)

Ο ρεαλισμός παραπέμπει στη συνειδητή αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας και στην αναπαράσταση της πραγματικότητας εστιάζοντας σε μια αστική κοινωνία και η αληθοφάνεια αξιώνεται με αντικειμενικό και αμερόληπτο ύφος.[1] Η αληθοφανής απεικόνιση της πραγματικότητας συνδέεται με την κριτική στάση απέναντι στα προβλήματα της μοντέρνας ζωής (ταξικές διαφορές, εξαθλίωση εργατών, υποκρισία των αστών, ατομικισμός, ωφελιμισμός και υλισμός).[2]

Τα ρεαλιστικά στοιχεία, στο διήγημα «Θλίψη», του Αντόν Τσέχωφ,[3] εντοπίζονται στην περιγραφή της αστικής κοινωνίας, όταν ο αφηγητής αναφέρεται σε μια νύχτα κατά την οποία έπεφτε χιόνι και ο πρωταγωνιστής, ο Ιόνα Ποτάποφ, ο οποίος ήταν ένας εργαζόμενος αμαξάς εξυπηρετούσε πελάτες. Με την περιγραφή του αφηγητή και μέσα από τους διαλόγους των χαρακτήρων περιγράφεται η εξωτερική πραγματικότητα του τοπίου που διαδραματίζονται οι σκηνές. Το ύφος του αφηγητή είναι αντικειμενικό και αμερόληπτο, καθώς ο Τσέχωφ περιγράφει μόνο τη σκηνή, χωρίς να προβαίνει σε ερμηνείες ή σε διδακτικές θεωρίες για το τί είναι ηθικό ή ανήθικο, για παράδειγμα.

Όπως οι γάλλοι ρεαλιστές, οι οποίοι επιχειρούν να αναπαραστήσουν την πραγματικότητα και το προσωπικό δράμα των ηρώων τους να το αναγάγουν σε διερεύνηση της κοινωνικής συμπεριφοράς,[4] μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τον Τσέχωφ ο οποίος αναπαριστά το προσωπικό δράμα του Ιόνα, του οποίου η έλλειψη επικοινωνίας με τους ανθρώπους και η μοναξιά αποτελούν τον κορμό του διηγήματος και αντανακλούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της κοινωνίας.

Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία αποτυπώνει την αληθοφάνεια (αν και χαρακτηριστικό του αγγλικού ρεαλισμού) και περιγράφει τη σύγχρονη βιομηχανική και αστική κοινωνία σε καθορισμένο χώρο και χρόνο,[5] απαντάται και στο διήγημα του Τσέχωφ.

Στη «Θλίψη» διακρίνονται και νατουραλιστικά στοιχεία, καθώς η εικόνα τόσο του αμαξά όσο και της κοινωνίας παρουσιάζεται ως ιδιαίτερα απαισιόδοξη και αδιέξοδη.  Ο Ιόνα επιχείρησε να μιλήσει για το θάνατο του γιου του επανειλημμένα σε ανθρώπους αλλά δεν κατάφερε ούτε μια φορά να τον ακούσει κάποιος, παρά μόνο το άλογό του στο οποίο εξιστόρησε όλη την αλήθεια. Νατουραλιστικά στοιχεία, ακόμη, αποτελούν ορισμένοι χαρακτήρες όπως οι πελάτες που κυκλοφορούσαν τη νύχτα και παραπέμπουν σε περιθωριοποιημένες ή παραβατικές φιγούρες.[6]

β. στο διήγημα του Μωπασσάν «Μια βεντέτα» (1883)

Το διήγημα «Μια βεντέτα» του Μωπασσάν[7] κινείται στο ρεαλιστικό ρεύμα της εποχής, καθώς περιγράφεται με γλαφυρό και ρεαλιστικό τρόπο η πόλη στην οποία ζούσε η χήρα του Πάολο Σαβερίνι με το γιο και τη σκύλα της «Η πόλη, κτισμένη σε μια προεξοχή του βουνού […..] Από δω φτάνουν ως τα πρώτα σπίτια […] τα μικρά ιταλικά ή σαρδηνιακά ψαροκάικα…] ». Και στο διήγημα αυτό, η αληθοφάνεια αξιώνεται με αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο σε τριτοπρόσωπη αφήγηση και αποφεύγεται η οποιαδήποτε υποκειμενική ερμηνεία του αφηγητή.

Ο Μωπασσάν στράφηκε σε τρόπους γραφής που σχετίζονται με το μυστήριο και την πνευματική αναζήτηση με πιο ποιητική έκφραση.[8] Περιέγραψε τη μεθοδολογία παρατήρησης του κόσμου, η οποία εστιάζει στην παρατήρηση του περιγραφόμενου αντικειμένου μέχρι να ανακαλυφθεί μια πλευρά που δεν την έχει δει κανείς μέχρι τώρα. Συχνά τα διηγήματά του μετατρέπουν τη ρεαλιστική αφήγηση της αστικής κοινωνίας σε αλλόκοτες, θλιβερές ή νοσηρές ιστορίες πάντα στο πλαίσιο του ρεαλισμού.[9] Πράγματι, στο διήγημα «Μια βεντέτα» η χήρα μετατράπηκε σε δολοφόνο του δολοφόνου του γιου της, η οποία, αν και ανήμπορη, κατάφερε να πετύχει το σκοπό της με πανούργο τρόπο. Το γεγονός, ακόμη, ότι η ίδια, ως μάνα, δεν θρήνησε το σκοτωμένο γιο της, αλλά το έκανε συνεχώς η σκύλα της αντί γι’ αυτή, παραπέμπει σε αλλόκοτη, θλιβερή και νοσηρή ιστορία, εντάσσοντας το διήγημα στα χαρακτηριστικά του ρεύματος του νατουραλισμού.

Οι νατουραλιστές λειτουργούσαν με βάση την επιστημονική αντικειμενικότητα αποφεύγοντας τις υποκειμενικές ερμηνείες. Π.χ. ο Ζολά, ο οποίος επηρέασε και τον Μωπασσάν, συνέδεσε την αιτιακή σχέση της βιολογίας με τη “φυσική εξέλιξη” και εστίαζε στο περιβάλλον των κοινωνικά απόκληρων και των κακοποιών.[10] όπως συμβαίνει στο «Μια βεντέτα». Επίσης, ο νατουραλισμός εμπεριέχει την άποψη ότι δεν υπάρχουν μεταφυσικές δυνάμεις και συνδέεται με την εξέταση της ίδιας της φύσης και των επιστημών.[11] Η περιγραφή του άψυχου σώματος του νεκρού γιου, ο οποίος δέχθηκε τις πρώτες βοήθειες και οι θρόμβοι αίματος οι οποίοι είχαν πήξει στα γένια και τα μαλλιά του, εντάσσονται στην επιστημονική αντικειμενικότητα σχετικά με το άψυχο σώμα. Η απουσία, ακόμη, των μεταφυσικών δυνάμεων επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η μητέρα δεν ήλπιζε στον Θεό για την τιμωρία του δολοφόνου του γιου της, αλλά θεώρησε ότι ήταν δική της υποχρέωση να απονείμει δικαιοσύνη.

2. Ειδολογικά χαρακτηριστικά και αφηγηματικά τεχνάσματα των διηγημάτων

Η αφηγηματική δράση στα διηγήματα του Τσέχωφ, αλλά και του Μωπασσάν συμβάλλει καθοριστικά στη γενική εντύπωση του αναγνώστη και με τη χρήση αντιθετικών στοιχείων, προκαλούνται συγκρούσεις (όπως η σύγκρουση δύο κόσμων) στην αντίληψη του αναγνώστη. Ο αφηγηματικός παροξυσμός, το οξύμωρο, αντιθετική εξέλιξη  της αφήγησης και η καταληκτική αιχμή αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά του διηγήματος Η τραγική ειρωνεία αποτελεί επίσης στοιχείο των διηγημάτων, όπως και η «διχοτόμηση» του διηγήματος σε δύο χρόνους: έναν που προηγείται της αποκαλυπτικής επίδρασης και έναν που έπεται αυτής με αποτέλεσμα να αποκαλύπτονται δύο ερμηνείες.[12] Ο περιορισμός του αριθμού των προσώπων στην πλοκή του διηγήματος και η χρήση ενός προπαρασκευασμένου (αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας τον οποίο κατανοεί ο αναγνώστης, γνωστό πρόσωπο, μετακινούμενος ήρωας στα διηγήματα) αφηγηματικού υλικού αποσκοπούν στην εύκολη ανάγνωση και κατανόηση.[13]

α. Τσέχωφ «Θλίψη»

Στη «Θλίψη» του Τσέχωφ συγκρούονται δύο κόσμοι: οι φτωχοί -χαμηλή κοινωνική τάξη- με τους πλούσιους -υψηλή κοινωνική τάξη, όταν ο φτωχός αμαξάς αντιμετωπίζει την υπεροπτική συμπεριφορά των πελατών του «Φτου, που να σε πάρει ο διάολος!, Θα τρέξεις παλιοχολέρα για όχι;».

Το διήγημα «διχοτομείται» στο σημείο που αναφέρεται ο θάνατος του γιου του Ιόνα, αποκαλύπτοντας τον πόνο του πρόσφατου παρελθόντος, με κατάληξη στο παρόν της μιας νύχτας όπου διαδραματίζεται η πλοκή και ο χρόνος που εξελίσσεται η πλοκή αφορά μόνο λίγες ημέρες.

Τα πρόσωπα που λαμβάνουν χώρα στο διήγημα αφενός είναι λίγα και αφετέρου πρόκειται για απλά καθημερινά πρόσωπα, προκειμένου ο αναγνώστης να κατανοήσει ευκολότερα το έργο.

Ο αφηγηματικός παροξυσμός και το οξύμωρο, ο οποίος χαρακτηρίζει το διήγημα, προκαλεί την αίσθηση του παράδοξου όταν οι ήρωες αντιμετωπίζουν με απάθεια το άκουσμα του θανάτου του γιου του Ιόνα, ενώ ο αμαξάς καταλήγει να μιλήσει μόνο στο άλογό του. Εντείνεται, επίσης, το αίσθημα του φόβου λόγω της επικινδυνότητας του επαγγέλματος του αμαξά.

Οι δύο κόσμοι εξελίσσονται παράλληλα στο έργο, επικεντρώνοντας στη ζωή του φτωχού Ιόνα, στη μοναξιά του και στην έλλειψη επικοινωνίας με τους ανθρώπους, οι οποίοι απώλεσαν κάθε ευαισθησία και η ζωή των ανθρώπων της τάξης του Ιόνα εξισώνεται με το ζώο στο οποίο τελικά μιλάει.

Η καταληκτική αιχμή του διηγήματος σημειώνεται στο τέλος, όταν ο αμαξάς μοιράζεται τον πόνο του με το άλογο και προκαλεί τον αναγνώστη να ξαναδιαβάσει το κείμενο με κριτική ματιά, καθώς γνωρίζει πλέον τη μοναξιά του αμαξά και την έλλειψη επικοινωνίας με τους ανθρώπους.

β. Μωπασσάν «Μια βεντέτα»

Ο ρόλος της γριάς μάνας που από θύμα μετατρέπεται σε θύτης (επιζητώντας και την ευλογία του Θεού) και καθώς δεν θρηνεί το παιδί της (πράγμα που το κάνει η σκύλα της) αλλά σχεδιάζει μόνο την εκδίκηση του θανάτου του, αποτελούν οξύμωρα σχήματα και συμβάλλουν στην αντιθετική εξέλιξη στο διήγημα. Τα τρία καθημερινά πρόσωπα που συμμετέχουν στην πλοκή του διηγήματος, εξυπηρετούν, όπως και στο «Θλίψη» του Τσέχωφ, την εύκολη κατανόηση του έργου από τον αναγνώστη.

Ο αφηγηματικός χρόνος είναι μεγάλος, αφού ο αφηγητής κάνει μια αναδρομή στη ζωή των ηρώων οι οποίο ζούσαν στο Μπονιφάτσιο. Η αφήγηση είναι γραμμική και το διήγημα δεν διχοτομείται. Έπεται η επιτάχυνση στο σημείο που σκοτώνεται ο γιος της χήρας και πλέον η αφήγηση περιορίζεται σε σε λίγες ημέρες.

Η καταληκτική αιχμή στο έργο, όταν η γριά σκότωσε το δολοφόνο και «τη νύχτα εκείνη κοιμήθηκε καλά», επιβεβαιώνει τη μοιραία κατάληξη της πλοκής,στην οποία προϋπήρχε η αντιθετική ένταση και οδηγεί τον αναγνώστη σε μια δεύτερη ανάγνωση ώστε να ανακαλύψει ό,τι δεν πήρε από την πρώτη ανάγνωση.[14]

Επίλογος

Η συνειδητή αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας, η τριτοπρόσωπη αφήγηση, η αναπαράσταση της πραγματικότητας μιας αστικής κοινωνίας με αληθοφάνεια, καθώς και με αντικειμενικό και αμερόληπτο ύφος, αποτελούν στοιχεία του ρεαλισμού που απαντώνται τόσο στη «Θλίψη», του Τσέχωφ, όσο και στο «Μια βεντέτα» του Μωπασσάν.

Και στα δύο διηγήματα σημειώνονται χαρακτηριστικά του νατουραλισμού, ιδιαίτερα στο έργο του Μωπασσάν στο οποίο οι χαρακτήρες και η κοινωνία παρουσιάζονται περισσότερο αρνητικοί, απαισιόδοξοι και πανούργοι.

Η χρήση αντιθετικών στοιχείων, ο αφηγηματικός παροξυσμός, το οξύμωρο, η αντιθετική εξέλιξη της αφήγησης, η καταληκτική αιχμή, ο περιορισμός του αριθμού των προσώπων στην πλοκή και η χρήση απλών καθημερινών ανθρώπων αποτελούν χαρακτηριστικά και αφηγηματικά τεχνάσματα των έργων που μελετήσαμε.

 

Βιβλιογραφία

Βλαβιανού, Α., Γκότση, Γ. κ.ά., 2008. Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, τ. Β΄, Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Βλαβιανού, Α. 2008. Το διήγημα στην καμπή του 19ου αιώνα. Από την κλασική αρτιότητα στις πρώτες καινοτόμες αποκλίσεις (απόσπασμα), στο Ανθολόγιο Κριτικών Κειμένων, φιλολογική επιμ. Αποστολή, Π., Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, σ.σ. 186-198.

Travers, M. 2005. Το λογοτεχνικό εργαστήριο: Νατουραλισμός, Ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας από τον ρομαντισμό ως το μεταμοντέρνο, μτφρ. Ναούμ, Ι. & Παπαηλιάδη, Μ. Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Λογοτεχνικά κείμενα:

Αντόν Τσέχωφ, «Θλίψη», Η κυρία με το σκυλάκι και άλλα διηγήματα, μτφρ. Νίκος Παπανδρέου, Ράντουγκα-Σύγχρονη Εποχή, Μόσχα-Αθήνα 1990, σσ. 119-125.

Γκυ ντε Μωπασάν, «Η βεντέτα», Επίλεκτα διηγήματα, μτφρ. Φοίβος Ι. Πιομπίνος, Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 205-210.

[1]    Βλαβιανού κ.ά (2008), σ.σ. 152-154.

[2]    Βλαβιανού κ.ά (2008), σ.σ. 160-161.

[3]    βλ. Λογοτεχνικά Κείμενα: Αντόν Τσέχωφ, «Θλίψη», σ.σ. 119-125.

[4]    Βλαβιανού κ.ά (2008), σ. 154.

[5]    Βλαβιανού κ.ά (2008), σ. 157.

[6]    Για το Νατουραλισμό βλ .Βλαβιανού κ.ά (2008), σ.σ. 164, 178.

[7]    βλ. Λογοτεχνικά Κείμενα: Γκυ ντε Μωπασάν, «Η βεντέτα»  σ.σ. 205-210.

[8]    Βλαβιανού κ.ά (2008), σ.σ. 178-179.

[9]    Βλαβιανού κ.ά (2008), σ.σ. 179-180 [ο.π. ή στο ίδιο, σσ. 179-180].

[10]  Travers (2005), σ.σ. 174-177.

[11]  Βλαβιανού κ.ά (2008), σ. 177.

[12]  Βλαβιανού (2008), σ.σ. 191-192.

[13]  Βλαβιανού (2008), σ.σ. 193-194.

[14]  Για την καταληκτική αιχμή στα έργα του Μωπασσάν, βλ. Βλαβιανού (2008), σ.σ. 191-192.

Τροία

Δούρειος Ίππος (Φωτογραφία από επίσκεψη στην Τροία, 6/2016)

Δούρειος Ίππος (Φωτογραφία από επίσκεψη στην Τροία, 6/2016)

Στην Ιλιάδα οι Αχαιοί έστησαν το στρατόπεδό τους κοντά στις εκβολές του ποταμού Σκαμάνδρου (σήμερα Karamenderes), όπου προσάραξαν τα πλοία τους. Η ίδια η πόλη της Τροίας βρισκόταν σε ένα λόφο της πεδιάδας του Σκαμάνδρου, όπου έλαβαν χώρα οι μάχες του Τρωικού πολέμου. Η θέση της αρχαίας πόλης σήμερα απέχει περίπου 15 χιλιόμετρα από την ακτή, αλλά η αρχαία εκβολή του Σκαμάνδρου 3.000 χρόνια πριν ήταν περίπου 5 χιλιόμετρα πιο εσωτερικά, εκβάλλοντας σε ένα κόλπο που έκτοτε Συνέχεια

Η Θεά των Όφεων

thea me ta fidiaΗ ονομασία της οφείλεται στα φίδια που η μορφή κρατεί στα υψωμένα χέρια της.

Τα φίδια συμβολίζουν τον χθόνιο χαρακτήρα της λατρεία της θεάς και το αιλουροειδές πάνω στο κεφάλι της συμβολίζει την κυριαρχία της πάνω στην άγρια φύση.

Οι θεές φορούν πολυτελή ενδύματα αφήνοντας ακάλυπτο το πλούσιο στήθος τους, σύμβολο της γονιμότητας της γυναίκας, της θεάς και συνεκδοχικά της φύσης.

(Κνωσσός – Θησαυροφυλάκιο του ιερού, 1650-1550 π.Χ)

Φωτογραφία και κείμενο από το αρχαιολογικό μουσείου Ηρακλείου.

Το Περραιβικό κράτος

Αρχική κοιτίδα των Περραιβών ήταν η περιοχή της ηπείρου με κέντρο τη Δωδώνη (Ομήρου, Ιλιάς Β). Στη Γεωμετρική περίοδο και στα Αρχαϊκά χρόνια το κράτος τους περιελάμβανε το βόρειο και βορειοδυτικό τμήμα του νομού Λάρισας, συμπεριλαμβανομένης και της περιοχής του Τιταρήσιου ποταμού και μικρό τμήμα του νομού Τρικάλων, βορείως του Ζάρκου. Το μεγαλύτερο τμήμα του κράτους τους ήταν ορεινό, ενώ πεδινά εδάφη τους ήταν το τρίγωνο Τιταρήσιος- Πηνειός Κάτω Όλυμπος. Σημαντικότατη πόλη της Περραιβίας ήταν οι Γόννοι (πιθανώς το όνομά τους να το οφείλουν στο μυθικό βασιλιά Γουνέα, έναν από τους Έλληνες βασιλείς που πήραν μέρος στην Τρωική εκστρατεία), ο Γοννοκόνδυλος και ο Λαπαθούς, βορειότερα προς τη σημερινή Καλλιπεύκη, η Φάλαννα, η Ηλώνη (κοντά στο Κ. Αργυροπούλι), η Ολοσσών (Ελασσών), η Μάλλοια, το Ερεικίνιο, και κατά μερικούς ιστορικούς η Μονδαία (κοντά στη Δεσκάτη).
Τέλος στο Περραιβικό Κοινό ανήκαν οι πόλεις που ακόμα και στις δυσκολότερες για τους Περραιβούς εποχές έμειναν αυτόνομες: Άζωρος, Δολίχη και Πύθιο που Συνέχεια