Αρχαϊκή Τέχνη

Αρχαϊκή Τέχνη

                        Περίληψη

Στην παρούσα μελέτη παρουσιάζονται οι καινοτομίες της τέχνης του 7ου αι. π.Χ. και δίνεται έμφαση στην τεχνοτροπία και στην εξέλιξη της πλαστικής τέχνης. Περιγράφονται δύο αγάλματα τύπου κούρου –το αγαλμάτιο των Δελφών και το άγαλμα του Αριστόδικου– και αναφέρονται οι θεωρίες προέλευσής της πλαστικής τέχνης. Ο τρόπος, επίσης, με τον οποίο επηρεάστηκε η μετέπειτα πορεία της πλαστικής τέχνης εξηγείται στην παρούσα εργασία. Διαπιστώνεται ότι η πορεία της τέχνης του 7ου αι. π.Χ. καθορίστηκε από την αλλαγή της κοινωνικής και πολιτικής δομής. Στις πόλεις – κράτη, οι αριστοκρα΄τες και οι τύραννοι, λόγω της ανάγκης για το διαχωρισμό της κοινωνικής τους θέσεως, προέβαιναν στο στήσιμο μεγαλοπρεπών αγαλμάτων και σε ανεγέρσεις ναών. Οι επαφές με την Ανατολή -όπως διαπιστώνεται από τα αντολίτικα δάνεια τα οποία ήταν εμφανή στα πρώτα τεχνουργήματα- λόγω του μεγάλου αποικισμού του 7ου αι. π.Χ., η ανάπτυξη του εμπορίου και η γενικότερη ακμή που γνώρισαν οι ελληνικές πόλεις, επηρέασαν την ελληνική τέχνη. Στην πορεία όμως τα δημιουργήματα των Ελλήνων καλλιτεχνών μετατράπηκαν σε «καθαρά» ελληνικά, συμπαρασυρόμενα από την ιδιαίτερη κοινωνικοπολιτική δομή της αρχαϊκής Ελλάδας όπως εξελίχθηκε στη μετέπειτα περίοδο.

                        Εισαγωγή

Η πορεία της αρχαίας ελληνικής τέχνης ήταν καθοριστική τον 7ο αι. π.Χ., λόγω των νέων οριζόντων που ανοίχθηκαν από τις επαφές των Ελλήνων με ξένους λαούς. Στην παρούσα μελέτη θα τονισθούν οι τομείς της τέχνης που παρουσιάζουν καινοτομίες, καθώς και το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της περιόδου. Αντλώντας πληροφορίες από τη σύγχρονη βιβλιογραφία και τις ηλεκτρονικές πηγές θα συζητηθεί η χαρακτηριστική τεχνοτροπία της πλαστικής[1] τέχνης του 7ου αι. π.Χ., η προέλευση και η εξελεγκτική της πορεία. Τέλος, με την περιγραφή και τη σύγκριση δύο κούρων, του 7ου και του 6ου αι. π.Χ. αντίστοιχα, θα διαπιστωθεί ο τρόπος με τον οποίο η πλαστική της αρχαϊκής περιόδου επηρεάστηκε από την πλαστική του 7ου αι. π.Χ.

                        Ι. Η Αρχαϊκή Τέχνη

                1. Οι τομείς της τέχνης, οι οποίοι παρουσιάζουν καινοτομίες τον 7ο αι. π.Χ. και η σχέση τους με το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο.

Ήδη, από τον 8ο αι. π.Χ., οι επαφές των Ελλήνων με την Ανατολή, είχαν ως αποτέλεσμα το δανεισμό στοιχείων πολιτικής οργάνωσης, νομοθεσίας και θρησκευτικής ιδεολογίας.[2] Οι πόλεις οργανώθηκαν σε κράτη και εμφανίσθηκαν κοινωνικές τάξεις (αριστοκράτες, τύραννοι κλπ). Η αλλαγή της κοινωνικής δομής, η οποία από φυλετική μετατράπηκε σε πολιτική, επέφερε καινοτόμες αλλαγές στη τέχνη του 7ου αι. π.Χ.[3] Οι αλλαγές οφείλονται και στον αποικισμό, που, εκείνη την εποχή, επιχείρησε να λύσει το πρόβλημα της έλλειψης καλλιεργήσιμης γης και η ελληνική εξάπλωση στη Μεσόγειο έφθασε στο απόγειό της.[4] Από το δεύτερο τέταρτο αυτού του αιώνα, οι Έλληνες από τα νησιά και από τη Μικρά Ασία, κατευθύνονται προς τη Δύση, την Αφρική και μέχρι τα παράλια του Ευξείνου Πόντου, όπου αποικούν[5]. Ο αποικισμός συντέλεσε στην ανάπτυξη εμπορικών ανταλλαγών, όπως μαρτυρείται από τα αγγεία και τα νομίσματα.[6] Η ανάπτυξη του εμπορίου, της ναυτιλίας, και της βιοτεχνίας, αλλά και η ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας συντέλεσαν στην ανάπτυξη της οικονομίας. Η ανάπτυξη της βιοτεχνίας, ευνοήθηκε λόγω και της ανάγκης κατασκευής πλοίων, της κατασκευής μετάλλινων αντικειμένων και της ζήτησης καλής ποιότητας κεραμεικής. Είναι πιθανό οι Έλληνες να στράφηκαν προς τη Δύση για να αναζητήσουν, στα πρώτα ταξίδια τους, μέταλλα, τα οποία θα αντάλλαζαν με αγροτικά προϊόντα.[7] Οι Έλληνες καλλιτέχνες ήρθαν σε επαφή με τους ξένους πολιτισμούς, αφομοιώνοντας στοιχεία των επιδράσεων που δέχθηκαν και των εμπειριών που βίωσαν, εκφράζοντάς τα δημιουργικά.[8] Οι εμπορικές και πολιτισμικές αλλαγές, καθώς και οι κοινωνικές αλλαγές που συντελέστηκαν, ήταν φυσικό να επηρεάσουν και τις τέχνες στον τομέα της αρχιτεκτονικής, πλαστικής και κεραμικής.

Η κιονοστοιχία των ναών, οι οποίοι πολλές φορές ανεγειρόταν από τους τύραννους και τους αριστοκράτες,[9] αν και εμφανίσθηκε στα τέλη του 8ου αι. π.Χ., σήμαινε την αρχή της μεταβολής της αρχιτεκτονικής του 7ου αι. π.Χ.[10] Τα κιονόκρανα των κιόνων των ναών, διακρίνονταν σε δωρικού και ιωνικού ρυθμού. Το δωρικό κιονόκρανο αποτελούταν από το σφαιρικό – κωνικό εχίνο κάτω και τον άβακα επάνω, σχήματος τετράγωνης πλάκας. Στο ιωνικό κιονόκρανο, ο εχίνος χαρακτηριζόταν από ανάγλυφη διακόσμηση και από τους έλικες που καταλήγουν στους οφθαλμούς.[11]

Στη γεωμετρική εποχή (900-700 π.Χ.) η πλαστική τέχνη δεν είχε αναπτυχθεί, διότι δεν υπήρχε η ανάγκη προβολής μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης, αλλά ούτε η αυστηρή οργάνωση της μορφής με βάση τους κατακόρυφους και οριζόντιους άξονες.[12] Στην αρχαϊκή εποχή, όμως, οι τύραννοι και οι αριστοκράτες έστηναν αγάλματα ή πολυδάπανες μαρμάρινες επιτύμβιες στήλες στους τάφους.[13] Η πλαστική τέχνη του 7ου αι. π.Χ χαρακτηρίζεται από καλύτερη οργάνωση των μορφών, ως προς τους οριζόντιους και τους κατακόρυφους άξονες. Αν και αρχικά οι μορφές είχαν δυσανάλογα χαρακτηριστικά, η βαθμιαία εξέλιξη οδήγησε στην κατασκευή, για πρώτη φορά, αγαλμάτων με τα χέρια ανοικτά και μορφές ιδιαίτερα φυσικές. Αγάλματα περισσότερο ογκώδη, τα οποία στηρίζονται στο χώρο χωρίς βοηθητικά στηρίγματα. Στη δαιδαλική εποχή, στον ίδιο αιώνα, βελτιώνονται οι αναλογίες των σωματικών αναλογιών. Τα πρόσωπα χαρακτηρίζονται από πολύ χαμηλό μέτωπο, από αυστηρά οριζόντια τοποθέτηση των ματιών και του στόματος, καθώς και από την πλούσια κώμη.[14] Τότε γεννιέται και η μεγάλη δαιδαλική πλαστική, η οποία χαρακτηρίζεται από μορφές υπερφυσικού μεγέθους. Μορφές που χαρακτηρίζονται από μακρύ τριγωνικό πρόσωπο, από οροφωτή φενάκη τα μαλλιά, από απουσία βάθους και από επίπεδο κρανίο στο πάνω μέρος.[15] Αργότερα, προς τα τέλη του 7ου αι. π.Χ., εμφανίζεται ο κούρος, ο οποίος ανήκει και αυτός στη μεγάλη δαιδαλική πλαστική. Το άγαλμα του κούρου (εικ. 1-4) παριστάνει νέο γυμνό άνδρα, με μακριά μαλλιά, με τα χέρια κολλημένα στα πλευρά, με σφιχτές γροθιές και το αριστερό πόδι μπροστά.[16]

Εικ. 1 Κούρος Σουνίου,  Αθήνα, Εθν. Μουσείο. 590-580 π.Χ. (Φωτ. The University of New England)

Εικ. 1 Κούρος Σουνίου, Αθήνα, Εθν. Μουσείο. 590-580 π.Χ.
(Φωτ. The University of New England)

Η ανάπτυξη του εμπορίου,[17] είχε αντίκτυπο και στη κεραμεική που παρουσιάζει αλλαγές τον 7ο αιώνα, κυρίως στα θέματα που απεικονίζονται στα αγγεία. Εκτός από τα μυθολογικά θέματα, σε όλα τα εργαστήρια (Κορίνθου, Αττικής, Κυκλάδων, Εύβοιας, Βοιωτίας, Κρήτης, Λακωνίας κ.ά.) απεικονίζονται και ανατολίζοντα θέματα όπως σφίγγες, λιοντάρια, γρύπες και φυτικά κοσμήματα[18]. Τα θέματα αυτά στην πορεία εξελίχθηκαν σε “καθαρά” ελληνικά.[19] Στα αγγεία των ανατολικοϊωνικών περιοχών (Ρόδου, Σάμου, Μιλήτου και Χίου) κυριαρχούν ζωφόροι με αιγάγρους, ελάφια και γρύπες, αλυσίδες ανθεμίων και άνθη λωτού[20]. Από την πλούσια και ποικίλη κεραμεική παραγωγή συμπεραίνεται η ακμή των πόλεων που την παρήγαγαν.[21]  Το εργαστήριο κεραμεικής της Κορίνθου είναι το σπουδαιότερο του 7ου αι. π.Χ., σε αντίθεση με τον προηγούμενο αιώνα που ήταν το εργαστήριο της Αττικής.[22] Χαρακτηριστικά αγγεία της Κορίνθου ήταν οι αρύβαλλοι, που ήταν μικρού μεγέθους και χρησιμοποιούνταν για το εμπόριο αρωματικών ελαίων.[23]

                2. Η τεχνοτροπία της πλαστικής τέχνης του 7ου αι. π.Χ. Η προέλευση και η εξελικτική της πορεία.

                Τα γλυπτά χρησιμοποιούνταν, κατά κύριο λόγο, για θρησκευτικούς σκοπούς. Επίσης, στη διακόσμηση ναών – αετώματα, ζωφόρους και ακρωτήρια. Τα λατρευτικά αγάλματα τοποθετούνταν είτε στο σηκό του ναού είτε σε αναθηματικά μνημεία. Το κύριο υλικό κατασκευής είναι ο λίθος, ο ασβεστόλιθος, ο χαλκός, ο πηλός και το ξύλο. Αργότερα εφαρμόστηκε ο συνδυασμός χρυσού και ελεφαντοστού. Την πρώιμη περίοδο η παραγωγή των γλυπτών γινόταν με τη μέθοδο της χάραξης και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν ήταν το απλό ή ακιδωτό βελόνι, το τρυπάνι, η αρίδα, το κοπίδι και οι γλυφίδες.[24] Η μεταφορά των τεράστιων ογκόλιθων αποτελούσε πρόβλημα που επιλυόταν με την μερική επεξεργασία στα λατομεία εξόρυξης του υλικού. Τα γλυπτά ζωγραφίζονταν και σε ορισμένες περιπτώσεις εφαρμόζονταν η προσθήκη τμημάτων διαφορετικού υλικού (π.χ. γυαλί, ενώτια, ξίφη κλπ).[25] Τα πήλινα αγάλματα εντοπίζονται κυρίως σε περιοχές όπου σπανίζει το μάρμαρο (Κύπρο, Ετρουρία, Σικελία). Η περίοπτη πλαστική, με την εμφάνιση του περίοπτου αγάλματος, διακρίνεται στην επίπεδη τέχνη και στην ελεύθερη πλαστική. Η πρώτη περιλαμβάνει τα ανάγλυφα, τα μικρά αγάλματα και τα ειδώλια, ενώ η δεύτερη αποτελεί έκφραση της εικόνας του ανθρώπου στην πραγματική της διάσταση.[26]  Ο χαλκός ήταν το προτιμώμενο υλικό για την κατασκευή αγαλμάτων. Με τη χύση του μετάλλου –μέθοδος που εισήχθη από την Αίγυπτο– κατασκευάζονταν κυρίως έργα μικρομεταλλικής.[27] Έκδηλα, επίσης, είναι τα δάνεια από την Αίγυπτο, καθώς και από τη Μεσοποταμία στα πρώτα λίθινα αγάλματα φυσικού μεγέθους, που εντοπίζονται περίπου στα μέσα του 7ου αι. π.Χ.[28]

Στην μυθολογία θεωρείται ότι η προέλευση της πλαστικής εντοπίζεται στην Αθηνά και στον  Ήφαιστο. Ακόμη, στους Κύκλωπες, στους Τελχίνες και στους Δακτύλους, καταλήγοντας στον άνθρωπο. Ο πρώτος εφευρέτης όμως ήταν ο Δαίδαλος, ο οποίος κινείται μεταξύ της ιστορίας και του μύθου.[29] Η τέχνη σαφώς επηρεάστηκε από την εισροή νέων υλικών, τεχνικών και διακοσμητικών θεμάτων της Ανατολής. Έτσι ο όρος “ανατολίζουσα περίοδος” της ελληνικής τέχνης εφευρέθηκε για να καλύψει την περίοδο 720-620 π.Χ., η οποία χαρακτηρίζεται έντονα από τεχνικές και θέματα της Ανατολής.[30] Η επαφή με την Αίγυπτο και την Ασσυρία σήμαινε και την επαφή των Ελλήνων με τα μνημειακά αγάλματα. Έτσι, στην Κρήτη αναπτύχθηκε ο δαιδαλικός ρυθμός, ο οποίος οφείλει το όνομά του στο μυθικό τεχνίτη Δαίδαλο που έζησε στην Κρήτη και έδωσε πνοή στα αγάλματα.[31] Περιλαμβάνει τρισδιάστατη αναπαράσταση ειδωλίων και γλυπτών θεοτήτων. Οι σχετικά άκαμπτες μορφές, τα τριγωνικά πρόσωπα με τους μεγάλους ανοιχτούς οφθαλμούς και η κόμμωση που θυμίζει αιγυπτιακή φενάκη είναι χαρακτηριστικά της πρώιμης δαιδαλικής περιόδου. Ο δαιδαλικός ρυθμός θα μεταδοθεί από την Κρήτη στις Κυκλάδες, όπου οι γλύπτες θα προβούν στη δημιουργία των πρώτων μνημειωδών γλυπτών, τους κούρους και τις κόρες (γύρω στο 620 π.Χ.).[32]

Από τις αρχές του 6ου αι. π.Χ. η ανατολίζουσα τάση, βαθμιαία, άρχισε να φθίνει και οι καλλιτέχνες είχαν πλέον νέες καλλιτεχνικές αναζητήσεις, με κέντρο την Αθήνα. Πρωτότυποι ρυθμοί και τεχνικές εμφανίσθηκαν σημαίνοντας την καλλιτεχνικής άνθιση της μετέπειτα  αρχαϊκής και κλασσικής περιόδου.[33]

                3. Περιγραφή και σύγκριση δύο κούρων του 7ου και 6ου αι. π.Χ. Ο τρόπος με τον οποίο η πλαστική του 7ου π.Χ. επηρέασε τη μετέπειτα πορεία της πλαστικής της αρχαϊκής περιόδου.

Το αγαλμάτιο Κούρου (εικ. 3) εκτίθεται στο μουσείο των Δελφών. Αναπαριστά ανδρική μορφή και χρονολογείται το 620 π.Χ. Βρέθηκε στους Δελφούς, βόρεια των ανατολικών θερμών στο Ιερό του Απόλλωνα. Το ύψος του ανέρχεται σε 0,19 μ., είναι χυτό και κατασκευασμένο από χαλκό.[34]

Εικ. 2 Κούρος Βολομάνδρας, Αθήνα, Εθν. Μουσείο. 570-560 π.Χ (Φωτ. Κοκόρου Κοκόρου – Αλευρά, Γ.)

Εικ. 2 Κούρος Βολομάνδρας, Αθήνα, Εθν. Μουσείο. 570-560 π.Χ
(Φωτ. Κοκόρου Κοκόρου – Αλευρά, Γ.)

Ο άνδρας που αναπαριστάται είναι γυμνός, φορώντας μόνο ένα φαρδύ περίζωμα στη μέση. Οι γροθιές του είναι σφιγμένες στο ύψος των γοφών.[35] Η κόμμωση περιλαμβάνει οριζόντιες στρώσεις μαλλιών στον τύπο της οροφωτής περούκας (φενάκης), ενώ το πρόσωπό του έχει τριγωνικό σχήμα. Αν και η μοναδική όψη του κούρου είναι η μπροστινή, η διάπλαση της μορφής αποκτά μνημειακό χαρακτήρα, υπερβαίνοντας τις δεσμεύσεις του μικρού μεγέθους. Είναι δομημένη σε έναν κεντρικό άξονα και προαναγγέλει τα αγάλματα των Κούρων της μεγάλης πλαστικής του 6ου αι. π.Χ.[36] Το αγαλμάτιο αυτό αποτελεί αντιπροσωπευτικό έργο της δαιδαλικής τεχνοτροπίας. Θεωρείται το πιο πρώιμο δείγμα τύπου του Κούρου και έργο κρητικού εργαστηρίου.[37]

Από τα τέλη του 7ου αι. π.Χ. τα πέτρινα άκαμπτα σώματα των αγαλμάτων έδωσαν τη θέση τους σε νέα αγάλματα, μεγάλου αναστήματος και με πιο φυσικά χαρακτηριστικά. Οι Κούροι, οι Κόρες, οι καθήμενες μορφές ανδρών και γυναικών, μορφές ζώων και άλλα ανάγλυφα ήταν μερικά από τα θέματα έκφρασης της αρχαϊκής πλαστικής.[38]

Εικ. 3. Αγαλμάτιο Κούρου 620 π.Χ. (Φωτ. Wikimedia Commons)

Εικ. 3. Αγαλμάτιο Κούρου 620 π.Χ.
(Φωτ. Wikimedia Commons)

Στα μέσα, περίπου, του 6ου αι. π.Χ. οι Κούροι (εικ. 2) είναι ώριμοι πλέον και το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι το αρχαϊκό μειδίαμα -έκφραση του προσώπου. Οι ανατομικές λεπτομέρειες αποδίδονται με πιο ρεαλιστικό τρόπο και από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. οι Κούροι γίνονται ακόμα πιο φυσικοί και απεικονίζονται πλέον σαν άνδρες και όχι σαν ανδρόπαιδες, όπως προηγουμένως. Οι κούροι προορίζονταν για την τοποθέτησή τους ως αναθήματα σε ιερά θεών ή σε τάφους. Διαπιστώνονται ομοιότητες της τέχνης των κούρων με την τέχνη της Ανατολής, αλλά στη συνέχεια οι κούροι εξελίχθηκαν σε τύπο αγάλματος καθαρά ελληνικό. Στο διάστημα δύο αιώνων (7ος-6ος π.Χ) οι Έλληνες κατάφεραν να αναπαραστήσουν τον πολύπλοκο μηχανισμό του ανθρώπινου σώματος ξεπερνώντας τις συμβατότητες της πλαστικής μορφής.[39]

Εικ. 4. Άγαλμα Κούρου «Αριστόδικου» 510-500 π.Χ. (Φωτ. Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνημείων)

Εικ. 4. Άγαλμα Κούρου «Αριστόδικου» 510-500 π.Χ.
(Φωτ. Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνημείων)

Το άγαλμα του Κούρου “Αριστόδικου” (εικ. 4) αποδίδει φυσικότερα το ανθρώπινο σώμα. Εκτίθεται στο Εθνικό Μουσείο Αθηνών και είναι κατασκευασμένο από μάρμαρο. Χρονολογείται το 510 – 500 π.Χ και βρέθηκε στα Μεσόγεια Αττικής. Τα μαλλιά του είναι κοντά και το πάνω μέρος του κρανίου είναι δουλεμένο χωρίς λείανση. Τα χέρια δεν είναι πλέον κολλημένα στα πλευρά, όπως των προηγούμενων Κούρων, ενώ το αριστερό πόδι εξακολουθεί να προβάλλει μπροστά. Έχει ύψος 1,98 μ. και στη χαμηλή ορθογώνια βάση, που σώζεται, αναγράφεται το όνομα του νεκρού Αριστοδίκου. Αποτέλεσε ορόσημο της αρχαϊκής πλαστικής, ανοίγοντας το δρόμο για την τέχνη της κλασικής εποχής[40] και είναι το τελευταίο της σειράς των Κούρων.[41]

                        Επίλογος

Οι καινοτομίες στην τέχνη του 7ου αι. π.Χ. ήταν αποτέλεσμα των μεγάλων αλλαγών της κοινωνικοπολιτικής δομής που επηρεάστηκε από τον μεγάλο αποικισμό των Ελλήνων. Τα δανεικά στοιχεία από την Ανατολή εντοπίζονται στα έργα της πρώιμης αρχαϊκής περιόδου και σταδιακά τα έργα εξελίσσονται σε καθαρά ελληνικά. Έτσι και η πλαστική τέχνη, αρχικά, ήταν φανερά επηρεασμένη από την Αίγυπτο και την Ασσυρία. Οι κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές που επήλθαν κατά τον 7ο αι. π.Χ. καθόρισαν την πορεία της τέχνης της αρχαϊκής περιόδου.


                        ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Mosse, C. and Schnapp–Gourbeillon, A. 2009. Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας (2000-31 π.Χ.). μτφρ. Λ. Στεφάνου. Αθήνα: Παπαδήμα.

Δρακόπουλος, Δ. 2006. Ιστορία των Ελλήνων. 5. Ο Πολιτισμός και η Τέχνη της Αρχαιότητας. Αθήνα: ΔΟΜΗ.

Κοκκορού – Αλευρά, Γ. 1995. Η τέχνη της Αρχαίας Ελλάδας. Σύντομη Ιστορία (1050-50 π.Χ.). Αθήνα: Καρδαμίτσα.

Μπαμπινιώτης, Γ. 2005. Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

 

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Siegenthaler, A. &  Gertz, C. Ασκούμενοι φοιτητές αρχαιολογίας. Η «ανατολίζουσα περίοδος» στην ελληνική τέχνη.  Ανάκτηση από το μουσείο κυκλαδικής τέχνης. http://www.cycladic.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=resource&cresrc=1176&cnode=55&clang=0

The University of New England. Introduction to Greek History: Archaic Greece to the Persian Wars.Ανάκτηση στις 09.01.2010. http://www-personal.une.edu.au/~mdillon/greekhis/agass01.html

Wikimedia Commons. Ανάκτηση στις 09.01.2010. http://commons.wikimedia.org/wiki/File:Kouros_-_delphi.jpg

Ασημακοπούλου, Στ. Αρχαιολόγος. Η ελληνική πλαστική. Ανάκτηση στις 08.01.2010 από το  περιοδικό “Αρχαιολογία”. http://www.arxaiologia.gr/assets/media/PDF/migrated/719.pdf

Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνημείων. Άγαλμα επιτύμβιου κούρου, του Αριστοδίκου. Ανάκτηση στις 09.01.2010 από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.http://nam.culture.gr/portal/page/portal/deam/virtual_exhibitions/EAMS/EAMG3938

Οδυσσεύς. Αγαλμάτιο Κούρου. Ανάκτηση στις 09.01.2010 από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού. http://odysseus.culture.gr/h/4/gh430.jsp?obj_id=11282


[1]     Βλ. Μπαμπινιώτης. “Πλαστική τέχνη: κάθε τέχνη (π.χ. γλυπτική) που αποδίδει τις μορφές τρισδιάστατες ή σαν τρισδιάστατες” .
[2]     Βλ. Siegenthaler , A. &  Gertz, C.
[3]     Κοκκορού-Αλευρά (1995), σσ. 56-57.
[4]     Mosse (2009), σ. 171.
[5]     Ό.π.
[6]     Ό.π. σ. 181.
[7]     Κοκκορού-Αλευρά (1995), σ. 56.
[8]     Δρακόπουλος (2006), σσ. 70-71.
[9]     Κοκκορού-Αλευρά (1995), σ. 57.
[10]   Ό.π. σσ. 31-32.
[11]   Ό.π. σ. 61.
[12]   Ό.π. σσ. 33-34.
[13]   Ό.π. σ. 57.
[14]   Ό.π. σσ. 71-73.
[15]   Ό.π. σ. 74.
[16]   Ό.π. σ. 76.
[17]   Ό.π. σ. 56.
[18]   Ό.π. σ. 80.
[19]   Ό.π. σ. 70.
[20]   Ό.π. σ. 80.
[21]   Ό.π. σ. 80.
[22]   Ό.π. σ. 80.
[23]   Ό.π. σσ. 76-78.
[24]   Δρακόπουλος (2006), σσ. 84-85.
[25]   Ό.π. σ. 85.
[26]   Ό.π. σσ. 86-87.
[27]   Ό.π. σ. 85.
[28]   Ό.π. σ. 87.
[29]   Ό.π. σ. 87.
[30]   Βλ. Siegenthaler , A. &  Gertz, C.
[31]   Ό.π.
[32]   Ό.π.
[33]   Ό.π.
[34]   Βλ. Οδυσσεύς.
[35]   Ό.π.
[36]   Ό.π.
[37]   Ό.π.
[38]   Βλ. Ασημακοπούλου, Στ. Αρχαιολόγος.
[39]   Δρακόπουλος (2006), σσ. 88-89.
[40] Ό.π.
[41]   Βλ. Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνημείων.

Advertisements